O Διαφωτισμός έχει τις ρίζες του στην Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση και τις απαρχές του στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του 17ου αιώνα. 

Οι ρίζες

 

Ο Διαφωτισμός - η τάση που με στηρίγματα την επαγωγική μέθοδο και τον ρασιοναλισμό, εναντιώνεται στην αυθεντία με σκοπό τη διεύρυνση του επιστητού και τη διευκρίνιση των περι ζωής αντιλήψεων - γεννιέται ανάμεσα στο 1685 και το 1715, περίοδο που ο Paul Hazard ονομάζει “κρίση της ευρωπαϊκής συνείδησης” και αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα στη Γαλλία, την Αγγλία και τη Γερμανία. 

Προσπάθεια εναρμόνισης του δέοντος με το είναι – ένα από τα μόνιμα αποτελέσματά του ήταν η συγκρότηση της νεότερης υποκειμενικότητας, η καθιέρωση της σημασίας του ατόμου. Ο Διαφωτισμός πρόβαλε επιταγές Λόγου και Ελευθερίας. Επιχείρησε να συμφιλιώσει την αίσθηση με τον λόγο και η κανονιστική υπόσταση Λόγου, Ηθικής και Φύσης αποτελεί την πεμπτουσία του.

Ιδέες και διαθέσεις δίχως ομοιογένεια, όχι απόλυτα νέες, συνυπάρχουν, διασταυρώνονται ή συγκρούονται, έχοντας κοινό συντελεστή την αντίθεση τους στον δογματισμό της θρησκείας, στις φεουδαλικές κοινωνικές σχέσεις και στον πολιτικό απολυταρχισμό. Το στυλ, η κριτική προδιάθεση και η ανάγκη πρακτικής βελτίωσης των συνθηκών ζωής της ανθρωπότητας, είναι στοιχεία που ‘ενώνουν’ τους στοχαστές του Διαφωτισμού. 

Το κίνημα επηρεάσθηκε από τις προοδευτικές αντιλήψεις που χαρακτήριζαν την αστική τάξη και από την βαθμιαία άνοδο της εμπορικής μεσαίας τάξης, των επιχειρηματιών και του καπιταλισμού και καταλήγει στην απερίφραστη κριτική της θρησκείας, της μοναρχίας, της κοινωνίας, του έθνους – κράτους. Οι philosophes πρεσβεύουν την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, πέρα από γλώσσα, φυλή ή θρησκεία. Ο κοσμοπολιτισμός του 18ου αιώνα διατυπώνει καθαρά, για πρώτη φορά, την ιδέα ενός ‘ευρωπαϊκού έθνους’.

Η Γαλλική Επανάσταση εμφανίζεται ως πραγμάτωση από την αστική τάξη (που τη στηρίζουν οι χωρικοί, οι λαϊκές τάξεις των πόλεων και μια μειονότητα ‘φωτισμένων’ αριστοκρατών), των ιδεών που δημοσιοποιήθηκαν από τους φιλοσόφους και τέθηκαν σε εφαρμογή, στο τέλος του 18ου αιώνα, από τους ‘εξεγερμένους’ της Αμερικής.

Οι δυο κύριες φιλοσοφικοαισθητικές τάσεις του Διαφωτισμού επιχείρησαν μια σύνδεση λογικών και συναισθηματικών δυνάμεων με σκοπό τη δημιουργία μιας ευρύτατης ηθικοαισθητικής σύνθεσης.

Ο Διαφωτισμός στη Γαλλία

Καρπός της Αναγέννησης, ο ορθολογισμός αποτελεί ένα από τα κυριότερα ρεύματα στη γαλλική φιλοσοφία του 17ου και του 18ου αιώνα. Ακμή του 17ου αιώνα, η φιλοσοφική επανάσταση του Descartes ευθυγραμμίζει κάθε κατάφασή μας προς το επίπεδο της λογικής. Τοποθετημένος σε μια καμπή μεταξύ της μεσαιωνικής και της σύγχρονης σκέψης, δέχθηκε ποικιλότροπες ερμηνείες. Τα πλέον άσχετα μεταξύ τους συστήματα, ορθολογιστικά ή εμπειριοκρατικά, υλιστικά ή ιδεαλιστικά τον θεωρούν καταγωγή τους. Η καρτεσιανή αντίληψη διαποτίζει όλους τους διανοητές της εποχής. Συχνά συμφιλιώνεται με τη θρησκεία, όπως στους Pascal, Bossuet, Arnauld[1], Malebranche.

Ο γαλλικός ορθολογισμός του 18ου αιώνα είναι εντελώς διαφορετικός. Κύρια επιρροή ασκούν πάνω του οι επιστήμες και η πολιτική κρίση τόσο της προεπαναστατικής εποχής όσο και της περιόδου της Επανάστασης, που του προσδίδουν χαρακτήρα πειραματικό, κριτικό, υλιστικό, επαναστατικό. Κύρια είναι επίσης η αγγλική επίδραση της φιλοσοφίας του Locke και της πειραματικής επιστήμης του Newton και του Bacon. Η αισθησιοκρατία θα εμφανισθεί με τον Condillac, ενώ ο υλισμός με τους Ντιντερό, ντ’ Αλαμπέρ, Ελβέτιο, Λα Μετρί και Χόλμπαχ. Το κριτικό πνεύμα εκπροσωπεί ο Βολταίρος. Την πολιτική φιλοσοφία ο Μοντεσκιέ (που πιστεύει στην αξία των εμπειρικών μεθόδων σε όλους τους τομείς της γνώσης) και ο Ρουσσώ. Η σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας που, υπο τη διεύθυνση των Ντιντερώ και ντ’ Αλαμπέρ, παρέχει το σύνολο των ανθρωπίνων γνώσεων και ιδεών της εποχής, αποτελεί την πληρέστερη έκφραση αυτού του νέου ορθολογισμού: την φιλοσοφία του διαφωτισμού, η οποία θα προσφέρει στη Γαλλική Επανάσταση τη βάση του ιδεολογικού της περιεχομένου.

Η επιθυμία των συγγραφέων να ενημερώσουν το κοινό για τα μεγάλα πολιτικά, ιστορικά ή κοινωνικά προβλήματα, γέννησε τις ιδέες που αποτέλεσαν τις βάσεις της μοντέρνας σκέψης. Στα σαλόνια, που αποτελούν εστίες εντατικής πνευματικής δραστηριότητας, η μέριμνα της καλλιεργημένης έκφρασης υποχώρησε δίνοντας τη θέση της σε σοβαρότερες συζητήσεις. Οι philosophes συγκεντρώνονται στα σαλόνια των κυριών Λαμπέρ, Τανσέν, Ντεφφάν, Λεσπινάς, Ζοφφρέν[2]. Οι συζητήσεις τους, επηρέασαν ευνοϊκά μια λογοτεχνία νέου τύπου. O Μοντεσκιέ[3] (1689-1755) είχε ήδη κάνει την εμφάνιση του σαν μεγάλος δεξιοτέχνης της φιλοσοφικής σκέψης, με τις Περσικές Επιστολές (1721). 

Οι Lettres persanes εκδίδονται ανώνυμα και συνιστούν μια καταγγελία των παραλογισμών της γαλλικής κοινωνίας (και της καθολικής εκκλησίας) όπως τους αντιλαμβάνονται δυο φανταστικοί πέρσες ταξιδιώτες – κάτοικοι δηλαδή περιοχών που κατά κάποιο τρόπο έχουν παραμείνει ‘φυσικές’, αμόλυντες από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το αριστούργημά του, το Πνεύμα των νόμων (1748) τον καθιστά δημιουργό της κοινωνικής επιστήμης, θεωρητικό του διαχωρισμού των τριών εξουσιών. Διαχωρισμού που ο Μοντεσκιέ (όπως και ο Rousseau, ο Burke ή οι αμερικανοί άποικοι) δανείζεται από το αγγλικό μοντέλλο – κληροδότημα της Glorious Revolution[4] και του Locke[5]. Μόνο που εκείνος θα το αναπτύξει καλύτερα, διασαφηνίζοντας την πλήρη αυτονομία της δικαστικής εξουσίας. Οι ιδέες του επέδρασαν τόσο στη διαμόρφωση του Αμερικανικού Συντάγματος του 1788 (που είναι ακόμα σε ισχύ), όσο και στις μεταρρυθμίσεις που επέφερε το Γαλλικό Σύνταγμα του 1791. Συνέβαλαν στον καθορισμό των βασικών ελευθεριών που θα υπερασπίσει ο φιλελευθερισμός του 19ου αιώνα. 

Ο Βολταίρος (1694-1778) ταυτίζεται με τον αιώνα του. Μπορεί να θεωρηθεί απόστολος του φιλελευθερισμού, είδωλο μιας φιλελεύθερης αντικληρικής αστικής τάξης του 19ου αιώνα.. Τα φιλοσοφικά του κείμενα, οι τραγωδίες, τα μυθιστορήματα[6] και οι ιστορικές εργασίες[7], μαρτυρούν βέβαιη πίστη στην εξέλιξη της ανθρώπινης λογικής που είναι ικανή να εξαλείψει τα πάθη που δημιουργεί ο φανατισμός. Βέβαια, είναι υποστηρικτής της ‘πεφωτισμένης’ μοναρχίας και θεωρεί ότι ο άνθρωπος θα είναι ευτυχισμένος μόνο όταν ζεί σε ένα καλά αστυνομευόμενο κράτος, στους κόλπους μιας θρησκείας απαλλαγμένης από δόγματα και λειτουργίες. Η φιλοσοφία του μπορεί να φαίνεται περισσότερο αρνητική, όμως ο Voltaire είναι άξιος εκτίμησης για τις πρακτικές λεπτομέρειες της τέχνης του σε σχέση με το ζήν, για την αγάπη του προς την ανθρωπότητα, για τις διαμαρτυρίες που αυτή του η αγάπη εμπνέει ενάντια στον πόλεμο, το δεσποτισμό, στη σκληρότητα και την ανισότητα. Ιστορικό χρονικό και ψυχολογική μαρτυρία, η αλληλογραφία του μας αποκαλύπτει τον Voltaire σε όλες του τις αντιθέσεις. 

Ο Μπυφφόν (1707-1788) θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στη σύνταξη της Φυσικής Ιστορίας του. Την ίδια στιγμή άλλοι στοχαστές θα εκτιμήσουν περισσότερο την ανθρώπινη ευαισθησία. Η τάση αυτή εμφανίζεται ήδη στο έργο του ηθικολόγου Vauvenargues[8] (1715-1747). Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ (1712-1778) θα της προσδώσει την πλήρη αλκή της. ‘Φιλόσοφος εναντίον των φιλοσόφων’, θεωρητικός της δημοκρατίας, ο Rousseau υποστηρίζει ότι οι πρόοδοι του πολιτισμού έφθειραν τη φυσική αγαθότητα του ανθρώπου. Οι σύγχρονοί του θεώρησαν ιδιορρυθμίες την ορμητική επίθεσή του κατά της κοινωνικής ανισότητας, τον αδιάλλακτο έρωτά του προς την αλήθεια. Εκείνος όμως εκφράζει τις πρακτικές αλήθειες που προκύπτουν από το σύστημά του, στη Νέα Ελοϊζα (1761), στο Κοινωνικό Συμβόλαιο (1761) και στον Αιμίλιο (1762). Για τον Rousseau δεν υπάρχει άλλος ηγεμόνας εκτος από τον ίδιο τον λαό. 

Θεωρώντας την ιδιοκτησία αιτία ανισότητας προτείνει την λύση της επιστροφής στη φυσική κατάσταση. Πρότυπά του , οι μικρές κοινότητες της Ελβετίας ‘του’ και οι πόλεις-κράτη της Αρχαίας Ελλάδας. Ο λαός για τον Rousseau είναι ένας οργανισμός, μια μονάδα. Το συμφέρον του, δεν είναι απαραίτητα η γνώμη της πλειοψηφίας. Είναι η αυθεντική ελευθερία, απαλλαγμένη από πάθη, εγωισμούς, προσωπικό συμφέρον. (Βέβαια για τη θέση του αυτή, χαρακτηρίσθηκε από αρκετούς ως θεωρητικός του ολοκληρωτισμού αν και ο ώριμος Rousseau, που αντιμετωπίζει ευνοϊκά μια οικονομία βασισμένη στη μικρή αγροτική ιδιοκτησία, απέχει αρκετά από τον σοσιαλιστή νεαρό Rousseau).

Ο ορθολογισμός

Για τον Διαφωτισμό, rationalismus σημαίνει την πεποίθηση ότι η ratio είναι απεριόριστη ικανότητα του ανθρώπινου υποκειμένου. Το σημερινό νόημα των όρων ορθός λόγος, ορθολογισμός, ratio και rationalismus, επισημαίνεται για πρώτη φορά στη χρήση του όρου ratio από τον Θωμά τον Ακiνάτη[9]: είναι η ικανότητα του υποκειμένου να αναγνωρίζει την ουσία των πραγμάτων, να συλλαμβάνει το είναι των όντων καθεαυτό, τις αρχές και τους νόμους που κάνουν υπόσταση (πραγματική οντότητα) το υπαρκτό. Η ανταπόκριση της facultas rationis στο είναι των υπαρκτών, οφείλεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη λογική είναι μια δυνατότητα αναγωγής ή μια υπαρκτική σμίκρυνση της θείας Λογικής, στην οποία συνοψίζονται οι αιώνιοι νόμοι της ύπαρξης.

Ο Descartes αίρει την μεταφυσική κατοχύρωση, δίχως να αμφισβητήσει την ικανότητα που η ratio αντιπροσωπεύει. Έτσι, από τον 17ο αιώνα, ratio (raison, reason, Vernunft) σημαίνει τη δεδομένη και δίχως μεταφυσικές προεκτάσεις ικανότητα του υποκειμένου να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, άμεσα και αυθόρμητα, να κατορθώνει την ορθή γνώση, την επιστήμη[10]. O όρος ορθολογισμός λειτουργεί ως σύμβολο απελευθέρωσης του ατόμου και στην αποδοχή αυτής της κοινωνικής ‘σημαντικής’ συμπίπτουν τόσο οι υπέρμαχοι του ρασιοναλισμού (Descartes, Spinoza, Leibniz, Wolff), όσο και οι μυστικιστές (Pascal) ή οι εμπειριστές αντίπαλοί του (Locke, Hume, Condillac). 

O Kant διδάσκει ότι για να επιτελεσθεί κάθε γνώση συνεργούν δυο παράγοντες: ο εμπειρικός και ο λογικός. Είναι εκείνος που θα απαλλάξει το νόημα της ratio από κάθε μεταφυσική εξάρτηση ή υπερβατική αναφορά. Δεν είναι πλέον απλώς ικανότητα επαλήθευσης της αισθητής εμπειρίας, ικανότητα αναγωγής στον επίσης δεδομένο λόγο των υπαρκτών: είναι η ίδια η ratio που συνθέτει τον λόγο των υπαρκτών λειτουργώντας κριτικά, αποδίδοντας λόγο – νόημα στα φαινόμενα[11]. Γίνεται συνάρτηση των νοητικών λειτουργιών που κάνουν δυνατή την ανθρώπινη γνώση. Η ratio δεν ανταποκρίνεται απλώς στην αλήθεια, αλλά ταυτίζεται με τη δυνατότητα της αλήθειας.

Με την έννοια που του δίνει ο Διαφωτισμός, «…δεδομένα που νοηματοδοτούν τον ορθολογισμό ως θεμελιώδες κοινωνιολογικό γνώρισμα του δυτικο-ευρωπαϊκού πολιτισμού (του δυτικο-ευρωπαϊκού τρόπου του βίου), θα μπορούσαν παραδειγματικά να είναι: 

α. Η προγραμματική αιτιολόγηση των σκοπών και των στόχων της ανθρώπινης δραστηριότητας. 
β. Η συνεπής και αποτελεσματική μεθόδευση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φυσική πραγματικότητα. 
γ. Η συγκρότηση μιας λογικά αρθρωμένης εικόνας του κόσμου στις συνειδήσεις των ανθρώπων. 
Τα δεδομένα αυτά συγκεκριμενοποιούνται σε εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, όπως:

1. Η προγραμματική οργάνωση, άρθρωση και λειτουργία της οικονομίας και της κρατικής εξουσίας.
2. Η καθιέρωση του κριτηρίου της αποτελεσματικής μεθοδικότητας στην επιστήμη, στην τέχνη, στο δίκαιο και στην ηθική.
3. Η κυριαρχία της λογικής συνέπειας στον τρόπο της προσωπικής ζωής.

Χωρίς να εξαντλούν την κοινωνιολογική εκδοχή του ορθολογισμού, οι έξι αυτές επισημάνσεις περι-γράφουν τη φαινομενολογία του τρόπου συλλογικής συμβίωσης που ονομάζουμε δυτικο-ευρωπαϊκό πολιτισμό. Σήμερα πλέον ο τρόπος αυτός τείνει να ταυτιστεί με την καθολική έννοια του πολιτισμού…»[12]

Dieu vengeur

Η θεωρία του Θεϊκού Δικαίου μπορεί ταυτόχρονα να κρατά ανέπαφη την πολιτική εξουσία ως έργο του Θεού και να την ελέγχει ως έργο των ανθρώπων. Είναι στην κρίση της ηγεσίας της Εκκλησίας κατά πόσο το έργο των ανθρώπων ανταποκρίνεται στην διαταγή του Θεού. Οι θεμελιώδεις έννοιες της θεωρίας του Φυσικού Δικαίου μπορούν να λειτουργήσουν στο εσωτερικό της θεωρίας του Θεϊκού Δικαίου, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες προσαρμογής. Ο Αυγουστινισμός, τον 17ο αιώνα, αναγνωρίζει, στην περιγραφή της φυσικής κατάστασης που επιχειρεί η θεωρία του Hobbes[13], την εικόνα της φύσης του ανθρώπου μετα την πτώση.

Η πλατωνική σχολή του Cambridge, υπο την επίδραση της μαθηματικής φυσικής επιστήμης, διατυπώνει προγραμματικά τη συνύφανση ηθικής και οντολογίας. Γίνεται δεκτή η έλλογη δομή του Όντος. Τονίζεται η υπαρξιακή διάσταση της έννοιας του Λόγου. Οι πλατωνικοί του Cambridge (και ο αντικαρτεσιανός τους ζήλος) «επιβοήθησαν τη διαμόρφωση της φιλοσοφίας του moral sense και την ενίσχυση του αντινοησιαρχικού ρεύματος.»[14]

Η στάση του Διαφωτισμού απέναντι στο υπερφυσικό ήταν αμφίσημη. Αφοσιωμένος στην εξάλειψη των μεσαιωνικών προλήψεων, είχε την τάση να εκλογικεύει τις ανθρώπινες προσεγγίσεις του υπερφυσικούη ή να τις αισθητικοποιεί Αλλά πίστευε επίσης με πάθος σ’ ένα δίκαιο σύμπαν και βάζοντας κατά μέρος τις κρίσεις του για τον παράδεισο και την κόλαση, έμπαινε συχνά στον πειρασμό να επικαλεσθεί μια μικρή ποσότητα θείας παρέμβασης[15] στη γή, για να στηρίξει τη βεβαιότητα ότι υπάρχει δίκαιος Θεός. Οι περισσότερο ρασιοναλιστές στοχαστές του Διαφωτισμού, με τις νευτώνειες ευαισθησίες, προτιμούσαν να εκφράζουν την αντίληψη ότι υπάρχει θεία δικαιοσύνη μέσω των επίγειων υλικών ανταμοιβών. (Βέβαια, ας μη ξεχνάμε και τον ντε Σαντ που χρησιμοποιεί[16] τον θείο κεραυνό για να εξοντώσει την ενάρετη ηρωίδα του και να δυσφημίσει τον μύθο ότι υπάρχει δίκαιος και ηθικός Θεός). «…ο Θεός επιφορτίστηκε να καταργήσει τον εαυτό του μέσω της ίδιας του της παντοδυναμίας…»[17]

Ελάχιστοι διαφωτιστές υπήρξαν πραγματικά άθεοι. (Ακόμα και οι Ιακωβίνοι εισήγαγαν τη λατρεία του Υπερτάτου Όντος και τις διάφορες λατρευτικές του εκδηλώσεις στην Επανάσταση που αλλοιωνόταν με γοργό ρυθμό). Όλοι φαίνονται να ψάχνουν τη νέα πολιτική αρετή που θα αντικαθιστούσε τον Χριστιανισμό, με μια πανίσχυρη, ευφυή και καλοκάγαθη θεότητα με ικανότητες πρόγνωσης και πρόνοιας.

Οι αθεϊστές αποτελούν μια μικρή μειονότητα και ο ρόλος τους δεν θα ΄πρεπε να υπερτιμηθεί. Άλλωστε ο αθεϊσμός είναι φορτισμένος με την υποψία του μηδενισμού. Ο Διαφωτισμός μεθερμηνεύει, διαμορφώνει τη λειτουργία του Θεού. Τον χρησιμοποιεί κατά το πνεύμα και τους σκοπούς του. Με αυτόν τον τρόπο[18], η νέα κοσμολογία και η νέα κλίμακα αξιών κυρώνονται και γίνονται απρόσβλητες απέναντι στις επιθέσεις των θεολόγων. Η θεωρία των δυο θρησκειών θα προσπαθήσει να εξηγήσει τη φαινομενική αντίφαση στο εσωτερικό της θρησκευτικής επιχειρηματολογίας του Διαφωτισμού: Όλοι οι πολιτισμοί διατηρούσαν μια εξωτερική θρησκεία για τον πολύ λαό και μια μυστική, εσωτερική θρησκεία για τους μυημένους. Συχνά σχολιασμένη, επίσης, είναι η αντίφαση ανάμεσα στα πανανθρώπινα ιδανικά των διαφωτιστών και τη μυστικότητα των λεσχών του μασονισμού, στις οποίες ήταν μέλη. (Σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, ο μασονισμός υπήρξε το κίνημα των λίγων εκλεκτών.)

Τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η Μεταρρύθμιση κλόνισε την ενότητα, τη σκληρή ομοιομορφία και τον εφησυχασμό του Μεσαίωνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι που ακολούθησαν, δημιούργησαν το γενικότερο πλαίσιο για να παρουσιασθεί το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλη του τη σοβαρότητα. Στις περιοχές όπου η συμβίωση Καθολικών και Προτεσταντών ήταν αναγκαστική, δημιουργήθηκε η ανάγκη για κάποιο είδος ανοχής, για συνύπαρξη αντιθέτων. Την ανάγκη αυτή ενίσχυσαν οι διασπάσεις και η δημιουργία ποικίλων διαφορετικών ομάδων και τάσεων μέσα στο Προτεσταντικό ‘στρατόπεδο’(π.χ. Σοκινιανοί, Αρμινιανοί, Αναβαπτιστές).

Στην Αγγλία δημιουργήθηκαν δυο παρατάξεις, μια επισκοπελιανή και μια πρεσβυτεριανη (οι Πουριτανοί[19]), που πιέζονται από την ανάγκη της συμβίωσης. Προσπαθούν να μη διασπασθούν αλλά να διατηρήσουν την ενότητα, όμως ο πόλεμος μεταξύ βασιλικών (συντηρητικών) εναντίον των Πουριτανών του Cromwell δεν αποφεύχθηκε. Ο βασιλιάς Κάρολος ο Α’ εκτελείται, όμως η Πουριτανική επανάσταση είχε μικρή διάρκεια (1652-1660). Ο Cromwell πέθανε και ο γιός του Καρόλου Α’, ο Κάρολος ο Β’ ο Εύθυμος επανήλθε. Δημιουργήθηκε τότε ένα modus vivendi μεταξύ των δυο παρατάξεων, και έτσι γεννήθηκε ο Αγγλικανισμός. «Η ιστορία πέτυχε έτσι για πρώτη φορά μια μορφή ανοχής σε εθνικό επίπεδο ανεξιθρησκείας.»[20]. Σύντομα έγινε κατανοητό σε όλη την Ευρώπη αλλά ιδιαίτερα στο Νέο Κόσμο ότι η ανοχή και η ανεξιθρησκεία εξασφαλίζουν τη συμβίωση και τη συνεργασία, εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον.

Η νέα επιστήμη και η εμπορευματική κοινωνία με τον ορθολογισμό που κομίζουν, κατάφεραν να ‘πείσουν’ τα μεγαλύτερα πνεύματα της εποχής. Οι πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες απαιτούν επιτακτικά την υποστήριξη της αστικής τάξης με ένα ιδεολόγημα που να επιτρέπει εξόφληση λογαριασμών με την φεουδαρχική μεσαιωνική ιδεολογία. Οι φιλόσοφοι εκπονητές του Θεϊσμού (Deismus) επιδιώκουν κυρίως να εξάρουν την προσπάθεια ηθικοποίησης του ανθρώπου και να καταπολεμήσουν τον φανατισμό, την έλλειψη ανοχής[21] που είχαν δημιουργήσει οι δογματικές διαφορές μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων. Συντελούν στην εδραίωση του σεβασμού κάθε θρησκευτικής διαφοράς. Ασκούν επίδραση τόσο στη Γαλλική, όσο και στην Αμερικανική Επανάσταση, ιδιαίτερα στα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στόχος του Διαφωτισμού υπήρξε η λογική, ακριβής και εξαντλητική ανάλυση παντός του επιστητού με τις λογικές κατηγορίες. Σκοπός του, ο κριτικός έλεγχος και η θεωρητική σαφήνεια για το καθετί. Με τον Διαφωτισμό είναι δυνατό να μιλήσουμε για ανθρώπινα δικαιώματα, όχι τόσο στην ευρωπαϊκή θεσμική ή καθημερινή πρακτική, στη ζωή της νομοθεσίας και της καθημερινής ζωής, αλλά περισσότερο σαν ένα νέο πολιτικό αγαθό που γεννήθηκε μέσα από πολύ πικρές ευρωπαϊκές εμπειρίες και εκφράστηκε από την ευρωπαϊκή διανόηση και σοφία της εποχής.

Σύμφωνα με τον Emmanuel Levinas (1906-1995), η σχέση του Εγώ με το Εσύ συνιστά τον τόπο αλλά και το έναυσμα για τη γέννηση της ηθικής.

Η αστική τάξη

O Ελληνισμός και h Αναγέννηση βοήθησαν την αστική τάξη να εμπεδώσει ιστορικά την αυτοσυνειδησία της. Το εμπόριο, σύμφωνα με την αστική προοπτική, θα αντικαταστήσει τον πόλεμο (συστατικό μέρος του τρόπου ζωής της φεουδαλικής αριστοκρατίας) ως μορφή επικοινωνίας ανάμεσα στα έθνη. Σε συνδυασμό με τις αγροτικές μεταβολές και τα προμηνύματα της βιομηχανικής επανάστασης, θα ευνοήσει την εδραίωση της σημασίας της αστικής τάξης στη διάρκεια του 18ου αιώνα.

Η απόπειρα ταύτισης Διαφωτισμού και αστικής τάξης θα πρέπει να πάρει υπόψη της το γεγονός ότι η ίδια η αστική τάξη, στο σύνολό της, φερόταν πάντα δύσπιστα και αρνητικά απέναντι σε τέτοιες τάσεις, πιστεύοντας ότι την ζημίωναν ή την εξέθεταν, και προτιμώντας αμφίρροπες δυαρχικές θέσεις. Η οξεία κριτική του Voltaire, κι ακόμη του Diderot, σε υλιστές όπως ο La Mettrie και ο Helvètius εκφράζει ακριβώς αυτή την ανησυχία των αστών[22], καθώς οι αστοί οπαδοί και φορείς του διαφωτιστικού κινήματος δεν μπορούσαν να επιτρέψουν στον εαυτό τους παραχωρήσεις προς τον ελευθεριασμό.

Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία (1740-1780), διαδίδεται στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες και φέρνει στο προσκήνιο την αστική τάξη που συνενούται με την αριστοκρατία (Αγγλία) ή προσπαθεί να καταλύσει την πρωτοκαθεδρία της (Γαλλία). Στο περιθώριο της βιομηχανικής επανάστασης, στην κεντρική, τη νότια και την ανατολική Ευρώπη, η αριστοκρατία εξουσιάζει. Οι λαϊκές τάξεις, σε μεγάλο βαθμό ακόμα αγροτικές, βλέπουν την κατάστασή τους να επιδεινώνεται κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών. Χάσμα ανοίγεται ανάμεσα στη βορειοδυτική Ευρώπη που εκσυγχρονίζεται και την υπόλοιπη ήπειρο που διατηρείται στο περιθώριο του εκσυγχρονισμού σε μία αρχαϊκή κατάσταση. Οι κλασικές αστικές επαναστάσεις (η Αγγλική του 17ου αιώνα, η Γαλλική του1789 και ο πόλεμος ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. τον 18ο αιώνα) στρέφονται κατά των παρηκμασμένων φεουδαρχικών κοινωνιών, που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. 

…pacta sunt servanda…

Ο σεξουαλικός έρωτας αντιμετωπιζόταν από τη dιαφωτιστική ευαισθησία όχι μόνο ως κάτι φυσικό αλλά και ευεργητικό. Για τον Hume[23], η φυσική έλξη των δυο φύλων, ήταν η ‘πρώτη’ και αυθεντική αρχή της ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως η φροϋδική λίμπιντο. Για τον οπαδό του Ρουσώ, τον Μπερναντέν ντε Σαιν Πιερ, ο έρωτας ήταν απλώς ο σύνδεσμος όλων μας[24]. Δεν πρόκειται βέβαια για τις διαπροσωπικές σχέσεις μόνο. Αλλά για μια ολόκληρη αντίληψη που αφορά κατά βάθος κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. Ο έρωτας ήταν ο πραγματικός δεσμός που συγκροτούσε τη συνοχή της κοινωνίας και όχι οι καταπιεστικοί κανόνες ή ο προσωπικός ασκητισμός και η αίσθηση του καθήκοντος. Ξεπερνά ταξικές διαφορές, συμφιλιώνει τα δυο φύλα, νικά την υποκρισία και τον καταναγκασμό και κυρίως είναι μια ανταμοιβή για τον κατά τα άλλα αυστηρό αστό, που χάρις στον έρωτα ξεφεύγει από τον κόσμο των υπολογισμών και της σύνεσης για να συναντήσει και να συμφιλιωθεί με τη φύση. Ο έρωτας επιτελεί έτσι τη συμφιλίωση επιθυμίας και απόλαυσης. (Yπο ένα όρο μόνο: ότι θα συνοδεύεται από τον γάμο… Ο αστικός νόμος της εμπορικής πίστης και της τήρησης των συμβολαίων μεταφυτεύεται στον μεθυστικό κήπο της ερωτικής απόλαυσης[25].)

Πρόοδος

Ο Διαφωτισμός μιλά για τη Μία ανθρώπινη φύση, (η οποία παρουσιάζεται ως πεμπτουσία υπεριστορικών κανονιστικών αρχών)[26]. Τονίζονται οι ανθρωπολογικές βάσεις της ιστορίας.

Η πρόοδος επιτελείται μέσα στο πλαίσιο που προδιαγράφει η ανθρώπινη φύση. Στηρίζεται στον έμφυτο έλλογο χαρακτήρα του ανθρώπου. Τόσο οι προϋποθέσεις αυτής της προόδου όσο και οι εκάστοτε νέες επιτεύξεις της, απαρτίζουν την ανθρώπινη φύση.[27]

H ορμή της αυτοσυντήρησης – η οποία στον άνθρωπο συνοδεύεται από λογισμό και πρόνοια, που αποτελούν συνέχεια και μετεξέλιξη της ζωικής ιδιόμορφης υφής του – μπορεί να γεννήσει ομόνοια και διχόνοια, αλληλεγγύη και πόλεμο. Η ιστορία (ως παρελθόν, παρόν και μέλλον) αποκτά έντονο ανθρωπολογικό-κοινωνιολογικό προσανατολισμό. 

Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στους οικονομικούς παράγοντες μέσα στην ιστορία. (Οι εκπρόσωποι της σκωτικής σχολής όπως ο Ferguson, χρησιμοποιούν διατυπώσεις που θυμίζουν τον Marx). Σύμφωνα με την αντίληψη της ετερογονίας των σκοπών η δράση των ατόμων –ασυνείδητα και ανεξάρτητα από την προσωπική ηθική τους- υπηρετεί υπερατομικούς σκοπούς. Με αυτόν τον τρόπο το ανθρώπινο γένος γίνεται σημαντικότερο από το άτομο, αφού μονάχα το γένος μπορεί να είναι φορέας και τελεσιουργός της προόδου, ενώ το άτομο είναι τοπικά και χρονικά περιορισμένο.[28] 

Οικονομία

Παραγωγή είναι η συνειδητή διαδικασία για τη δημιουργία χρησιμοτήτων, με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου, αλλά και το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής.

Ο Τυργκό[29], ο Κοντιγιάκ, ο Άνταμ Σμιθ[30] (και εν τέλει ο Μάλθους και ο Ρικάρντο[31]), δίχως να απαλλαγούν από την φυσιοκρατική αντίληψη – που θεωρεί μόνο τη γεωργία ως πηγή της παραγωγής και περιορίζει όλες τις υπόλοιπες ασχολίες στο ρόλο του μεταποιητή – εισάγουν την εργασιακή θεωρία της αξίας, ανοίγοντας το δρόμο στον μαρξισμό και τη νεότερη θεωρία της παραγωγής.

Η κυρίως οικονομική επιστήμη διαμορφώθηκε κατά τον 18ο αιώνα. Την εποχή εκείνη, η οικονομική σκέψη διαμορφώνεται δημιουργώντας τρία μεγάλα ρεύματα που χαρακτηρίζουν ακόμα και την σύγχρονη εποχή: 

-Ο φιλελευθερισμός, που κατάγεται από τους οπαδούς της φυσιοκρατικής σχολής – ‘αισιόδοξους’ (Say[32], Bastiat[33]) ή ‘απαισιόδοξους’ (Μάλθους, Ρικάρντο).
-Ο παρεμβατισμός, διάδοχος του μερκαντιλλισμού, και
-Ο σοσιαλισμός, που αρχικά έκανε την εμφάνισή του με τη μορφή του συνεργατισμού (Owen[34], Fourier, Louis Blanc[35]) και του φιλελεύθερου σοσιαλισμού (Proudhon[36]).

Ο Διαφωτισμός στη Γερμανία

Τη στιγμή που ξεσπά η Γαλλική Επανάσταση, η Γερμανία παραμένει χωρισμένη σε 360 κράτη, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους τόσο στην εδαφική έκταση, όσο και στην πολιτική δομή και τις θρησκευτικές αντιληψεις. Οι γαλλόφιλοι διανοούμενοι θα μεταφέρουν τις ιδέες της Επανάστασης σ’ αυτή τη Γερμανία που απέχει πολύ από το να χαρακτηρισθεί έθνος. Στα περισσότερα από τα γερμανικά κράτη, που ήδη είχαν ‘μεταμορφωθεί’ από τον φωτισμένο δεσποτισμό, κανείς βέβαια δεν διανοείται να εξεγερθεί πραγματικά εναντίον των πριγκίπων. 

Οι ιδεολογικές προσχωρήσεις στην Γαλλική Επανάσταση είναι πολυάριθμες, συχνά όμως εκμηδενίζονται από τις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές που χωρίζουν τους Γερμανούς από τους Γάλλους και κυρίως από τις μετέπειτα στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις.[37]. Κυρίως ο Λέσσινγκ[38] ενσαρκώνει τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού (Aufklarung) που γεννιέται με την επίδραση της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ελβετίας.

Γύρω στο 1770, ξεσπά στη Γερμανία η λογοτεχνική επανάσταση Sturm und Drang με πρωτοστάτη τον συγγραφέα του Βερθέρου (1774), Γκαίτε. Μια δεκαετία αργότερα, ο Σίλλερ γράφει τα πρώτα του δράματα[39], που αποτελούν επαναστατικές εκδηλώσεις κατά της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας.Από το 1775 η αρχαία Ελλάδα σταδιακά υποσκελίζει τον Shakespeare και προσανατολίζει τα πνεύματα προς τον κλασσικισμό. Μεταξύ τους και τον Σίλλερ[40] και (νωρίτερα) τον Γκαίτε. Η γερμανική φιλοσοφία φθάνει με τον Καντ και τους διαδόχους του (Φίχτε, Σέλλινγκ, Έγελο), στην πλήρη της ωριμότητα. 

Τότε εξαπλώνεται ο πανθεϊστικός ιδεαλισμός που από αιώνες έμοιαζε να διακατέχει τη γερμανική γη. Με τον Έγελο, το μεταφυσικό πνεύμα φαίνεται σαν να παραχωρεί -για λίγο, πριν από τους ανορθολογικούς μυστικισμούς του Σοπενχάουερ και του Νίτσε- το προβάδισμα στο θετικό πνεύμα. Ο Έγελος[41], παρουσιάζει την πνευματικότητα του Διαφωτισμού σαν ένα τρόπο σκέψης ανίκανο να αναγνωρίσει οτιδήποτε το άμεσο και το φυσικό παρότι το εξάρει και το παινεύει. Περιγράφει την κοινωνική δυναμική που έθεσε σε κίνηση ο Διαφωτισμός, την απελευθερωτική αλλά και προβληματική διάστασή του. Την αλλοτριωτική υφή που προκάλεσε η ίδια η κεντρική ιδέα του (εκείνη της ελευθερίας και των ατομικών δικαιωμάτων). Η διαλεκτική κίνηση της σκέψης του Εγέλου συνιστά μια μορφωτική διαδικασία μέσω της απογοήτευσης. Συγχρόνως όμως θέτει το αίτημα της άρσης των διαφωτιστικών αντιφάσεων μέσω του ίδιου προτάγματος της ελευθερίας που θεμελίωσε ο Διαφωτισμός. Η κλασικότητα της σκέψης του Εγέλου μας επιβάλει το αίτημα να αναστοχαστούμε την ίδια την ελευθερία σε ένα υψηλότερο επίπεδο -σαν εναρμονιστική δύναμη του συνόλου.

Ο όρος Αισθητική χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον Μπαουμγκάρτεν, ως ορισμός της επιστήμης που εξετάζει το ωραίο στη φύση και στην τέχνη, στο δίτομο έργο του Aesthetica (1750-1758). Ο Μπαουμγκάρτεν, ακολουθώντας τις διδασκαλίες του Λάιμπνιτς, θεωρεί το ωραίο αντιληπτό όχι με τη σκέψη αλλά με τις αισθήσεις αντίληψης. ‘Αντίθετος’ με την ονομασία ο Καντ ονομάζει τη νέα επιστήμη, «κριτική του γούστου» (Geschmack), ενώ ο Έγελος χρησιμοποιεί την ονομασία ‘Αισθητική’ στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του (1823-1827), θεωρώντας τη μια δεύτερη, πνευματικής προέλευσης πραγματικότητα. 

Ο Έγελος και ο Καντ έθεσαν το πρόβλημα πόσο η τέχνη είναι ο τόπος ή το μέσον της αλήθειας. Έτσι, η τέχνη του αρχαίου ελληνικού κόσμου θα αποτελέσει (για ακόμα μια φορά) σημείο αναφοράς για τους καλλιτέχνες του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα που προσπαθούν να αντισταθούν στον οίστρο, τον αισθησιασμό και στην υπερβολή του μπαρόκ. Αναγνωρίζεται ως η πλέον αυθεντική έκφραση της τέχνης, σε σημείο να επιχειρείται μια απόλυτη μίμησή της. Αυτή η μίμηση όμως θα οδηγήσει στο ‘αδιέξοδο’ του νεοκλασικισμού, ο οποίος δεν κατόρθωσε να ερμηνεύσει τη φύση, τον άνθρωπο και τα ιδεώδη του δημιουργώντας προηγούμενο και ανοίγοντας νέους ορίζοντες – κάτι που κατάφερε η τρέχουσα ηθική.

Ζωγραφική, γλυπτική, έπιπλα, ασημικά, πορσελάνες… Μια τέχνη αυστηρά αστική, συντηρητική (αν και άνθησε την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης), αψεγάδιαστη, επαναληπτική, στείρα[42], προαναγγέλλει τη βιομηχανοποίηση του αντικειμένου. 

Η μουσική 

Από τα τέλη του 16ου αιώνα η τεχνική της σύνθεσης μεταχειρίζεται μεθόδους γεωμετρικής μορφοπλασίας. Ο επώνυμος δημιουργός δοξάζεται και το μουσικό έργο συγκρίνεται «αφ’ενός με το ποιητικό σύνθεμα και αφ’ετέρου με το εικαστικό πλάσμα»[43] Ο 17ος αιώνας αφήνει στους ευρωπαίους μουσικούς μια σειρά εκφραστικών τρόπων μεγάλης ποικιλίας. «Πολλά δεσμά συντρίφτηκαν και πολλές Βαστίλλες έπεσαν. 

Η δικτατορία της φωνητικής πολυφωνίας έχει τελειώσει. Τα όργανα, τόσον καιρό παραγνωρισμένα, κατέχουν απ’ εδώ κι εμπρός μια θέση τιμητική και γεννούν μια καινούργια μουσική φιλολογία, εξαιρετικά εκλεπτισμένη. Χάρη στην καντάτα, στο ορατόριο, στα ρετσιτατίβα, στις άριες και στο τραγουδιστό θέατρο, γεννιέται ο λυρικός λόγος.»[44] Η εξέλιξη και οι καινοτομίες στην κατασκευή των μουσικών οργάνων δημιουργούν «ένα ρεύμα περιέργειας, ενδιαφέροντος και ζήλου που ευεργετεί τη μουσική. Έτσι γεννήθηκε η αγάπη του μεγάλου κοινού για τη ‘συναυλία’, που δεν εμφανίσθηκε παρα τον 17ο αιώνα ...

… Ως τότε οι εκτελεστές δεν ήταν παρά ‘εξειδικευμένοι’ λακέδες στην υπηρεσία των μεγαλαφεντάδων.»[45] Το 1656, στο Palais Royal δόθηκε η πρώτη δημόσια συναυλία με εισιτήριο. Η ενόργανη μουσική παύει να απευθύνεται και να αποτελεί ευχαρίστηση αποκλειστικά μιας ελίτ. Επικρατεί το ομοφωνικό στιλ. Με την θεωρητικοποίηση των όρων της αρμονίας –σαν απόδειξη της σχέσης ευδαιμονίας και επιστήμης- η μουσική δεν είναι πλέον μόνο ένα φυσικά τακτοποιημένο σύνολο. Της επιβάλλεται η κυριαρχία του ορθού λόγου και της επιστημονικής παράστασης του κόσμου.

Το 1700 «…ο Ραμώ είναι δεκαεπτά χρονών, ο Μπαχ και ο Χαίντελ δεκαπέντε… Ο ένας μετά τον άλλον, με όλη την κανονικότητα και την ακρίβεια των εισόδων του θέματος μιας φούγκας, θα τους ακολουθήσουν, σε μια απόσταση ευλαβική, ο Γκλούκ, ο Χάυντν και ο Μότσαρτ, ολοκληρώνοντας την περίλαμπρη εξάδα των μεγαλοφυιών που θα δώσουν τον τόνο στον αιώνα τους.»[46] Επίσης στις αρχές του 18ου αιώνα στη Νάπολη ο Scarlatti δίνει νέα μορφή στην όπερα, καταξιώνοντας με την ιδιοφυία του τις μορφές και την τεχνική που κληροδότησε η Βενετία. Η ναπολιτάνικη σχολή θα αποτελέσει την απόλυτη πηγή επιρροής των γερμανών συνθετών.

Η εξέλιξη της όπερας επηρέασε και το επίπεδο της κοινωνικής αυτοσυνείδησης της μουσικής. Υπήρξε το πεδίο ενός αγώνα που όχι μόνο εξέφρασε την αντίθεση της παραδοσιακής κοινωνίας με την αναδυόμενη τάξη πραγμάτων αλλά, παρουσίασε την αντίθεση δυο κοσμοθεωριών, δυο διαφορετικών αντιλήψεων για τον ίδιο τον πολιτισμό. Οι αστοί ήθελαν να εμφανιστούν και ως φορείς ενός ανώτερου πολιτισμού, μιας πληρέστερης ηθικής, μιας ωραιότερης αισθητικής αντίληψης του κόσμου. Στο χώρο της όπερας, που θεωρείτο προνομιακός χώρος της αριστοκρατίας, έδωσαν τη μάχη τους.

Στη Γαλλία οι μπουφφόνοι είναι σε αντιπαράθεση με τους ramoneurs. Οι πρώτοι υποστηρίζονται από τη βασίλισσα, τους εγκυκλοπαιδιστές και τους φιλόσοφους του σαλονιού. Οι δεύτεροι από τον βασιλιά και την Πομπαντούρ. Ο Βολταίρος και ο Ντιντερό κρατιόντουσαν παράμερα. Ο Rousseau[47] θεωρεί ότι η μουσική πρέπει να είναι μια γλώσσα, να θυμίζει συνομιλία και κατά συνέπεια να επιτρέπει την πολιτική τάξη.

Οι ‘συμφωνιστές’ της σχολής του Μάνχαϊμ, συσπειρωμένοι γύρω από τον Stamitz, δημιουργούν ένα ενόργανο ύφος λογικά ισορροπημένο και τελειοποιούν την αρχιτεκτονική της συμφωνικής μορφής. Στην Ιταλία ‘διδάσκουν’ ο Sammartini και ο ‘πάντρε’ Martini, ενώ στη Γερμανία, οι ‘διάδοχοι’ του Stamitz. Ανάμεσά τους ο Telemann, ο Hasse και οι γιοι του Μπαχ. Με τον Gluck, η τάση ‘της επιστροφής στη φύση’ που είχε δημιουργήσει και την opera – buffa, ολοκληρώνεται μεταρρυθμίζοντας την όπερα. Ξεφεύγει από τα μειονεκτήματα της ναπολιτάνικης σχολής: την κατάχρηση της φωνητικής δεξιοτεχνίας, τους castrati, το ασύνδετο της δράσης, τον φόρτο των ερωτικών ραδιουργιών.

Ο ερχομός της επανάστασης στη Γαλλία, φέρνει την πολιτική στο χώρο της σύνθεσης. Γεννιέται ένας λαϊκός μυστικισμός εμπνευσμένος από ρωμαϊκά και ελληνικά πρότυπα. Η τέχνη θα γίνει όργανο της κυβέρνησης. «…Οι αιματηρές σκηνές εναλλάσσονται μ’ επεισόδια τρυφερότερα, ειδυλλιακά οράματα και φιλοσοφικά σύμβολα. Οι μούσες βγαίνουν από τα παλάτια και τα σαλόνια για να κατέβουν στους δρόμους… Επι δέκα χρόνια η μουσική θα εκτελεί παραγγελίες με ‘άνωθεν’ εντολή…Έτσι θα τελειώσει μέσα σε μια τραχιά και αυστηρή κοινωνική πειθαρχία η εξέλιξη της αξιαγάπητης, κομψής και αριστοκρατικής τέχνης του 18ου αιώνα που είχε γεννήσει τόσα και τόσα αριστουργήματα κυοφορημένα μέσα στην ξεγνοιασιά και στην ευφορία.»[48]

Αξιοσημείωτη είναι επίσης μια πρακτική του 18ου αιώνα που ονομάσθηκε ars combinatoria. Είναι προσπάθεια για μουσική σύνθεση με βάση τα τυχερά παιχνίδια[49]. Ο L. Hiller τη χαρακτηρίζει πρόδρομο της μουσικής σύνθεσης με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή[50].

Εν κατακλείδι

Την εποχή του Διαφωτισμού, όσο ποτέ άλλοτε, η φιλοσοφία παίζει το ρόλο του κοινωνιολόγου ή του σχεδιαστή –οραματιστή της ιδανικής κοινωνίας και του ίδιου του ανθρώπου του μέλλοντος. Ο νεoτερισμός έγκειται στο ότι το πεπρωμένο του ανθρώπου ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον άνθρωπο. Όλα επικεντρώνονται σε μια διαφορετική αντίληψη της έννοιας του ορθολογισμού και σε μια διαφορετική κατανόηση της φύσης. Η μοναξιά του ανθρώπου -που έχει απορρίψει κάθε υπερφυσικό πρότυπο- έχει εφόδια τον ορθό λόγο και τον ελεύθερο νου μέσα σε ένα υλικό σύμπαν που το κυβερνούν νόμοι της μηχανικής, είναι δηλαδή μια μοντέρνα θεώρηση.

Το 1785 ο Ναπολέων είναι δεκαέξι χρονών. Είναι ήδη ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Την εποχή αυτή μελετά Μοντεσκιέ και Μακιαβέλλι…


Παραπομπές – σημειώσεις 

[1] Αντώνιος Αρνώ (1612-1694), ο Μέγας της οικογένειας Αρνώ που η τύχη της συνδέεται με την ιστορία του ιανσενισμού. Το 1643 εκδίδει βιβλίο που επικρίνει την ηθική των Ιησουιτών και εκλαϊκεύει τα δόγματα του Αυγουστίνου και του Jansenius. 
[2] Πάπυρος –Larousse Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1963. Η βιβλιογραφία του λήμματος είναι: Α. Cresson, les Courants de la pensèe philosophique francaise 1951
L. Durtain, les grand Figures de la science francaise 1952
A.Weil, Science francaise, 1955 
G. Lanson, Histoire illustrèe della littèrature 1923
[3] Charles-Louis de Secondat, βαρώνος του Montesquieu.
[4] Η επανάσταση του 1688, δεν ‘παρήγαγε’ Σύνταγμα, παρα μόνο το Χάρτη των Δικαιωμάτων (Bill of Rights, 1689) που σε συνδυασμό με άλλα κείμενα (Magna Carta, 1215 – Petition of Rights, 1628 - Habeas Corpus, 1679 – Test Act, 1673 – Act of Settlement, 1701) διαμορφώνει το αγγλικό πρότυπο που κτίζεται πάνω σε τρείς αρχές: περιορισμός της βασιλικής εξουσίας, εγγύηση των ατομικών ελευθεριών των πολιτών, θεμελιακά προτεσταντικός χαρακτήρας του κράτους. 
[5] Ο Locke (Treatises on Government, 1670) διατύπωσε μια πολιτική θεωρία που βασιζόταν στο φυσικό δίκαιο. Διαχωρίζει την νομοθετική εξουσία (του κοινοβουλίου) από την εκτελεστική εξουσία (της κυβέρνησης).Οι νόμοι πρέπει να είναι ίσοι για όλους, προορισμένοι για το καλό του λαού. (Αντίθετος στο καρτεσιανό ‘δόγμα’, υποστηρίζει μια θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση προέρχεται από τη λειτουργία των αισθήσεων και όχι από έμφυτες ιδέες. Το ανθρώπινο μυαλό παρουσιάζεται ως tabula rasa. Αποκτά γνώσεις μέσω της εμπειρίας του με τον κόσμο. Η λογική επεξεργάζεται και δίνει νόημα στη γνώση που παρέχει η αίσθηση.) Ο Locke έχει εμπιστοσύνη στο λαό, που θα προσφύγει στην ακραία ratio μιας επανάστασης, μόνο σε περιπτώσεις πραγματικής ανάγκης, για να εναντιωθεί στην εμμονή παρατεταμένων αδικιών.
[6] Ζαντίγκ, 1747. Αγαθούλης, 1759
[7] Η εποχή του Λουδοβικου ΙΔ’, 1751
[8] Βωβενάργκ, Γνωμικά: καθορίζει την έννοια του καλού ως εκείνου που χαρακτηρίζεται άξιο τιμής ως προς όλους. Θυμίζει τους παγκόσμιους κανόνες του Καντ.
[9] Summa Theologiae και Libros sentenarium magistri Petri Lombardi
[10] Descartes, Discours de la mèthode 
[11] Immanuel Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977
[12] Χρήστος Γιανναράς, Ορθός Λόγος και Κοινωνική Πρακτική, εκδ. Δόμος, Αθήνα 
[13] Θεωρητικός στην υπηρεσία της απολυταρχίας, ο Τόμας Χομπς (1588-1679) υποστήριξε ότι η ανάγκη υπέρβασης της φυσικής κατάστασης (status naturalis) οδήγησε τους ανθρώπους στην αρχή της ιστορίας, στη σύναψη ενός συμβολαίου, με το οποίο εκχώρησαν όλα τα δικαιώματά τους στον ηγεμόνα, με αντάλλαγμα την ασφάλειά τους.(Leviathan, 1651)
[14] Π. Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998
[15] Ως manus emendatrix
[16] Justine
[17] Π. Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998
[18] …που ο Π. Κονδύλης ονομάζει πολεμική χρησιμοποίηση της ιδέας του Θεού…
[19] Με την έννοια των Καθαρών, αυτών που απαιτούσαν Καθαρή Εκκλησία. Δεν έχουν σχέση με τους Πουριτανούς της Βικτωριανής εποχής του 19ου αιώνα.
[20] Αγουρίδης Σ., Ανοχή και Ανεξιθρησκεία στο Δυτικό Κόσμο, http://www.greekhelsinki.gr/greek/articles/agouridis%20speech.html 
[21] tolerance
[22] Κονδύλης
[23] D. A. Hume, A Treatise of Human Nature, London, 1969
[24] Till
[25] Σιμόπουλος
[26] Κονδύλης
[27] Adam Ferguson, Essay...1767
[28] Κονδύλης
[29] Reflections on the Formation and Distribution of Wealth, 1776
[30] An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, 1776
[31] The Principles of Political Economy and Taxation, 1817
[32] Πραγματεία πολιτικής οικονομίας, 1803
[33] Οικονομικές Αρμονίες
[34] A New View of Society, Or, Essays on the Principle of the Formation of the Human Character, and the Application of the Principle to Practice, by Robert Owen 1813-16
[35] Οργάνωση της Εργασίας
[36] Proudhon, P. J. System of Economical Contradictions: or, the Philosophy of Misery
[37] Οι νίκες των στρατευμάτων της Επανάστασης και στη συνέχεια της Αυτοκρατορίας και οι Συνθήκες που προκύπτουν από αυτές (της Βασιλείας-1795, του Κάμπο Φόρμιο-1797, της Λουνεβίλ-1801) μεταθέτουν πίσω, στον Ρήνο, το δυτικό σύνορο της Αυτοκρατορίας και προκαλούν σημαντικές εδαφικές, πολιτικές και κοινωνικές αναστατώσεις.
[38] Παρέχει στους συμπατριώτες του πρότυπα με έργα όπως: Μις Σάρα Σάμψον, 1755 (λαϊκό δράμα), Νάθαν ο Σοφός, 1779 (φιλοσοφικό δράμα).
[39] Ληστές, 1781 – Συνομωσία του Φιέσκ, 1783 – Ραδιουργία και έρως, 1784 
[40] Που θα στραφεί προς τον κλασσικισμό υπο την επίδραση του Καντ.
[41] Φαινομενολογία του Πνεύματος
[42] Με εξαιρέσεις βέβαια, όπως αυτή των πρώιμων έργων του Αντόνιο Κανόβα (1757-1822).
[43] Χάρης Ξανθουδάκης, Κομμάτια και αντικείμενα, άρθρο, εφ. ‘Το Βήμα’, 17/12/2000
[44] Βυλερμόζ
[45] Βυλερμόζ
[46] Βυλερμόζ
[47] Essai sur l origine des langues. Είναι γνωστή και αξιομνημόνευτη η αντιπαράθεση του με τον Ραμώ, τον οποίο ο Βολταίρος αποκαλούσε Ευκλείδη-Ορφέα. Ο Rousseau υπήρξε μουσικός και ο ίδιος, και χρησιμοποίησε τη μουσική έκφραση και τις δυνατότητές της για να σταθεροποιήσει τις ευρύτερες θεωρίες του. Ο Διαφωτισμός θεώρησε τη μουσική υποδειγματική τέχνη και ο Rousseau της απέδωσε ανάλογη περιωπή. 
[48] Βυλερμόζ
[49] Προσφιλής σε συνθέτες όπως ο Haydn και ο Mozart στον οποίο αποδίδεται μια μουσική σύνθεση 64 μέτρων με τον τίτλο ‘Μουσικά παιχνίδια με ζάρι’. (K. Anh. 294d, 1787)
[50] Hiller L. A., Music Composed with Computers: A Historical Survey, In: the Computer and Music, H. Lincoln, ed. Ithaca N.Y.: Cornell University Press, 1970

Βιβλιογραφία

Serge Berstein, Pierre Milza: Ιστορία της Ευρώπης, τόμος1, εκδ. Aλεξάνδρεια,1997.
Κ. Ράπτης: Γενική Ιστορία της Ευρώπης, τόμος Α, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
Παναγιώτης Κονδύλης: Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998

Συμπληρωματική βιβλιογραφία – βοηθήματα

Βολταίρος: Φιλοσοφικό Λεξικό, εκδ. Στάχυ, Αθήνα 2001
Καντ: Κριτική του καθαρού λόγου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977
Σπινόζα: Πολιτική Πραγματεία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1996
Έλι Φωρ: Ιστορία της Τέχνης, Εξάντας, Αθήνα, 1993
Karl Nef: Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Ν. Βότσης, Αθήνα 1985
E. Vuillermoz: Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1979
Ulrich Michels: Άτλας της Μουσικής, εκδ. Φ. Νάκας, Αθήνα 1994 
Χ. Μωυσιάδης – Χ. Σπυρίδης: Εφαρμοσμένα Μαθηματικά στην Επιστήμη της Μουσικής, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1994
Nicholas Till: Mozart and the Enlightment, Faber and Faber, 1992
Πάπυρος-Λαρούς: Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1963
Χόρχε Λούις Μπόρχες: Ιστορία της αιωνιότητας, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1982
Χόρχε Λούις Μπόρχες: Οι μεταμορφώσεις της χελώνας, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1982
Χρήστος Γιανναράς, Ορθός Λόγος και Κοινωνική Πρακτική, εκδ. Δόμος, Αθήνα
Hannah Arendt: Sulla Rivoluzione, Edizioni di Comunità, Milano 1996

"Ηλεκτρονική" βιβλιογραφία – internet

http://www.bartelby.com (Paine)
http://www.cronologia.it/storia/ (Kant: Che cos’ è l’ Illuminismo, 1784)
http://www.greekhelsinki.gr (Αγουρίδης)
http://www.ilgiardinodeipensieri.com/storiafil/filo8.htm (Mario Trombino: Introduzione alla Storia della Filosofia Occidentale
http://www.lgxserver.uniba.it/lei/filpol/marini1.htm (Giuliano Marini: Kant e il diritto cosmopolitico, Università di Pisa, 1995)

Creative Commons License Παναγιώτης Βουλιάκης

Αναζήτηση

ART & MUSIC 2015

Απλά Θεωρία

Επιστροφή στην κορυφή