Eco

Στο έργο του Κήνσορες και Θεράποντες, ο Ουμπέρτο Έκο επισημαίνει ότι η αναπαραγόμενη μουσική άλλαξε τους όρους της κατανάλωσης και της παραγωγής μουσικής, έτσι όπως η τυπογραφία άλλαξε τους όρους της ανάγνωσης και της λογοτεχνικής παραγωγής: η κατανάλωση της αναπαραγόμενης μουσικής γίνεται υπόθεση των μαζών.
Η δισκογραφία, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, βαθμιαία αποθάρρυναν τόσο τον μουσικό «ερασιτεχνισμό» –με την κακή έννοια- όσο και τις μετρίου επιπέδου εκτελέσεις. Μύησαν στην εκτίμηση της μουσικής τεράστιες ομάδες ανθρώπων που ζούσαν στο περιθώριο του πολιτισμού των συναυλιών.

Παράλληλα, οι νέοι τύποι μουσικής για ερασιτέχνες υποβλήθηκαν από την κατοχή οργάνων ηχογράφησης –ή υπολογιστών, σήμερα. Το home studio, το τετρακάναλο, ο υπολογιστής, λειτουργούν τώρα στα χέρια του ερασιτέχνη, με τον τρόπο που λειτουργούσε η κιθάρα που γρατσούνιζαν αυτοδίδακτα οι ανήσυχοι των sixties και των ΄70s.

Βέβαια, το μαγνητόφωνο ή ο υπολογιστής, ως τεχνικά μέσα υποβάλλουν στον ίδιο τον εκτελεστή –ή τον συνθέτη- νέες δυνατότητες χειρισμού του προϊόντος του, με θετικές ή αρνητικές συνέπειες. Ο δημιουργός μπορεί να πειραματισθεί και να έχει άμεση αντίληψη του αποτελέσματος, πέρα από την παρτιτούρα. Μπορεί να αποδομήσει και να ανα-συνθέσει, να αυτοσχεδιάσει, να ανακαλύψει νέες φόρμες ή ηχοχρώματα, να δοκιμάσει, να εγκρίνει ή να απορρίψει. Δυστυχώς, άλλο τόσο είναι εύκολο να πέσει στην παγίδα της εμπορευματοποίησης, της καλογυαλισμένης πλαστικής μουσικής, της τυποποίησης, του φθηνού εντυπωσιασμού.

Το στυλ της αναπαραγόμενης μουσικής καθορίστηκε από την τεχνική φύση των μέσων παραγωγής. Όμως το στυλ της καταναλωτικής μουσικής καθορίστηκε από τους όρους της ίδιας της κατανάλωσης. Ψυχαγωγεί χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα νέο. Επαναλαμβάνει αυτό που ήδη ξέραμε, αυτό που περιμέναμε με αγωνία ν’ ακούσουμε να επαναλαμβάνεται και που μόνο αυτό μας διασκεδάζει. Παράγεται από μια βιομηχανία τραγουδιού για να ανταποκριθεί σε κάποιες τάσεις που –η ίδια η βιομηχανία, τις περισσότερες φορές- εντοπίζει και καλλιεργεί μέσα στην αγορά.

Η αναπαραγόμενη μουσική πρέπει να καταναλώνεται αστραπιαία και να γερνάει γρήγορα, έτσι ώστε να δημιουργείται η ανάγκη ενός νέου προϊόντος.

Η διάδοση της ελαφράς μουσικής συντελεί στην εξομοίωση των προτιμήσεων. Η αναπαραγόμενη μουσική με άριστη ερμηνεία, που τίθεται σε κοινή διάθεση, σε αρκετές περιπτώσεις ανακόπτει τη λειτουργία της λαϊκής μουσικής ως αυτόχθονης παραγωγής καταναλωτικής μουσικής. Η λαϊκή μουσική συχνά υιοθέτησε τους τρόπους του εμπορικού τραγουδιού, προκειμένου να επιβιώσει με μια νόθα μορφή.

Πέρα από όλα αυτά, ο δίσκος –όπως και το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση- συντελεί στην ισοπέδωση της ευαισθησίας και στην υποβάθμιση της μουσικής που δεν είναι πια αντικείμενο συνειδητής ακρόασης, αλλά ηχητικό υπόβαθρο της ακοής, σαν κοινό σχόλιο άλλων καθημερινών δραστηριοτήτων: μουσική για spa, για ασανσέρ, muzak, μουσική για το γιωτ ή για τα ψώνια –κάθε είδους…

 

Ο Ουμπέρτο Έκο διδάσκει ως καθηγητής της Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Το βιβλίο του, Κήνσορες και Θεράποντες – Θεωρία και Ιδεολογία των ΜΜΕ, βασική πηγή αυτού του άρθρου, εκδόθηκε το 1964 και οι 500 περίπου σελίδες του διατηρούν ως σήμερα τη «φρεσκάδα» τους. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1987 από τις εκδόσεις "Γνώση".

Επιστροφή στην κορυφή