Λαούτο

Με ηλικία περίπου 4000 ετών, τα όργανα της οικογένειας του λαούτου, σύμφωνα με το σύστημα ταξινόμησης Hombostel και Sachs χωρίζονται σε νυσσόμενα λαούτα –ο ήχος παράγεται δηλαδή με τα δάκτυλα του δεξιού χεριού ή με πλήκτρο (πέννα)- και σε λαούτα με τόξο (δοξάρι). Θεωρούνται οι παλαιότεροι πρόγονοι του βιολιού και της κιθάρας.


Τα νυκτά λαούτα[1] είναι τα παλαιότερα.

Τα λαούτα με τόξο[2] χρονολογούνται από τον 10ο αιώνα μ.Χ.


Οι εξισλαμισμένοι Μαυριτανοί, κατακτητές της Ισπανίας (711) έφεραν πρώτοι το ούτι στην Ευρώπη. Το εμπόριο και οι σταυροφορίες (1000), μάλλον βοήθησαν στη διάδοση του λαούτου στην υπόλοιπη ήπειρο.

 

ούτι

 

 

Η σημερινή του ονομασία στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (γαλλ. luth, αγγλ. lute, ιταλ. liuto, γερμ. Laute) προέρχεται από την αραβική του ονομασία al’ ud που σήμαινε ‘ξύλο’ ή κατά τον Kurt Sachs ‘ευλύγιστο ραβδί’.

Οι ευρωπαίοι λοιπόν το υιοθέτησαν, πρόσθεσαν τάστα και –σταδιακά- χορδές.

 



Από το 1200, υπάρχουν ζωγραφικοί πίνακες και γλυπτά με απεικονίσεις λαούτων. Το λαούτο παίζεται με πλήκτρο (πέννα) και έχει τέσσερις χορδές, στην αρχή μονές. Από τα μέσα του 14ου αιώνα, οι χορδές γίνονται διπλές. Από το 1400, καθιερώνεται και κάποιο σταθερό κούρδισμα.

Ο 16ος αιώνας θεωρείται ο ‘χρυσός αιώνας’ του λαούτου. Οι απαιτήσεις στην εκτέλεση αυξάνονται κι έτσι την πέννα αντικαθιστούν τα δάκτυλα του δεξιού χεριού.

Οι χορδές γίνονται έξι (πέντε διπλές και μια μονή: σολ-ντο-φα-λα-ρε-σολ).

Αναπτύσσεται ένα σύστημα μουσικής σημειογραφίας η ταμπουλατούρα[3].

 

ταμπουλατούρα

 

Δεν σημειώνεται, σύμφωνα με τον καθιερωμένο τρόπο, η οξύτητα των φθόγγων πάνω στο πεντάγραμμο, αλλά η θέση των δακτύλων του εκτελεστή πάνω στις χορδές. Οι έξι οριζόντιες γραμμές της ταμπουλατούρας αντιστοιχούσαν με τις έξι χορδές του λαούτου. Υπήρχαν διάφορα είδη ταμπουλατούρας: αγγλική, γαλλική, ιταλική, ισπανική, γερμανική. Η γαλλική χρησιμοποιούσε γράμματα για να δείξει τη θέση των δακτύλων, η ιταλική χρησιμοποιούσε αριθμούς.

Το αναγεννησιακό λαούτο υπήρξε το δημοφιλέστερο όργανο της εποχής του, με τεράστιο ρεπερτόριο.

 

λαούτο


Από τον 17ο αιώνα το λαούτο χρησιμοποιείται περισσότερο σαν συνοδευτικό όργανο (Basso Continuo – εποχή Μπαρόκ). Εμφανίζονται τα ‘αρχιλαούτα’[4] με τις χαρακτηριστικές χορδές βόμβου, τεντωμένες στο πλάι του βραχίονα, με τα κλειδιά τους σε διαφορετικό σημείο από εκείνο των υπόλοιπων χορδών.

Από τότε, σταδιακά, το λαούτο χάνει τη δημοτικότητά του. Η κιθάρα[5] το αντικαθιστά σιγά – σιγά. Μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα έχει ξεχαστεί εντελώς.


----------------------------------------------------------------------

 

[1] Παραδείγματα λαούτων με τόξο:

Βιολί, κρητική λύρα, κεμεντζές (Ποντιακή Λύρα )
κεμεντζές

rabab (Βόρεια Αφρική)
rabab

rebab
rebab

[2] Παραδείγματα νυσσόμενων λαούτων: Ούτι, ταμπουράς – η γνωστή πανδούρα ή τρίχορδον των αρχαίων Ελλήνων, που ανάλογα με το σχήμα, τον αριθμό χορδών και το κούρδισμα εμφανίζεται με τις ονομασίες: μπουζούκι, μπαγλαμάς...

μπουζούκι
σάζι
σάζι
... γιογκάρι, μπουλγκαρί (Ανατολική Μεσόγειος), σιτάρ (Ινδία),
χορδές του φεγγαριού
yueh-ch’in (μεταφράζεται χορδές του φεγγαριού), σαξιάν (Κίνα)...

shamisen
σαμισέν (Ιαπωνία)
charrango

charrango (Λατινική Αμερική)



[3] Παρόμοιο με τις σημερινές ταμπλατούρες.

[4] Θεόρβη, chitarrone

[5] Λαούτο και κιθάρα, διαδόθηκαν την ίδια εποχή και συνηπήρχαν στην Ευρώπη για πολλά χρόνια.

Η κιθάρα ήταν πιο εύκολη στο παίξιμο και τη χρησιμοποιούσαν κυρίως στη λαϊκή μουσική. Στην έντεχνη μουσική χρησιμοποιούσαν το λαούτο και τη βιχουέλα.


 

Επιστροφή στην κορυφή