iPod

Η ηχογράφηση της μουσικής είχε, αρχικά, αντιμετωπισθεί ως μέθοδος αποτύπωσης, παρόμοια με τη φωτογραφία, μια μέθοδος καταγραφής ενός συμβάντος.

 

Revox μαγνητόφωνο μπομπίνας

 


Όμως, όταν εφευρέθηκε η μαγνητοταινία τη δεκαετία του 1930, η δυνατότητα άμεσης διόρθωσης και επεξεργασίας μιας ηχογράφησης και τελικά η δημιουργία ενός αποτελέσματος που ποτέ δεν συνέβη στην πραγματικότητα, έδωσαν δυνατότητες στην ηχογράφηση να αντιμετωπισθεί ως το τελικό προϊόν της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μπορεί μέχρι και τη δεκαετία του 1950 η αναπαραγόμενη μουσική –“σοβαρή” ή pop- να παρουσιαζόταν ως απλή καταγραφή μιας ερμηνείας, όμως ήδη τα μικρόφωνα είχαν αρχίσει να βελτιώνουν τον τρόπο με τον οποίο ακούγονταν τα διάφορα μέρη, τα διάφορα όργανα της ορχήστρας. Η μαγνητοταινία έγινε το μέσο μιας νέας διαδικασίας, ενός “άλλου” τρόπου επεξεργασίας της μουσικής.

Πρόδρομοι αυτής της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής μουσικής του Edgar Varese, μπορούν να ανιχνευθούν χρονολογικά πολλές δεκαετίες πριν:
Το 1948 ο Pierre Schaeffer χρησιμοποιούσε μαγνητοταινίες για να “συνθέσει” κομμάτια. Όμως, ήταν στο τέλος της δεκαετίας του 1950, που, με την έλευση του rock ‘n’ roll και συγκεκριμένα του θρυλικού παραγωγού Phil Spector, κυριαρχεί όλο και περισσότερο η χρήση της μαγνητοταινίας ως μέσου δημιουργίας.
Την ίδια εποχή, στην “κλασική” μουσική, ο Glenn Gould αποφασίζει να τερματίσει την σταδιοδρομία του σαν εκτελεστής για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το studio και τους πειραματισμούς του.

 

Κασέτα

 

Με τις studio ηχογραφήσεις των Beatles η χρήση πολυκάναλων ηχογραφήσεων έγινε θεσμός που άλλαξε ριζικά την pop μουσική. Το rock και το hip hop προσφέρουν σ’ αυτή τη διαδικασία επιπρόσθετη επέκταση, χρησιμοποιώντας πολύπλοκες τεχνικές διάστρωσης[4] και μίξης ξεχωριστών καναλιών.

Η εκρηκτική ανοδική πορεία της pop, δημιούργησε μια νέα μορφή πίεσης στη μουσική: τη δυνατότητά της να δημιουργεί επαρκώς πολυπληθή ακροατήρια για τα έργα της.
Για τους μοντερνιστές συνθέτες κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο: το κοινό τους, το προσέλκυε η “σοβαρή” μουσική, ο χώρος δηλαδή όπου οι ιδέες μπορούσαν να παρουσιασθούν ως μουσικοί σχηματισμοί, σε πλήρη αντίθεση με τη “λαϊκή” μουσική, την οποία θεωρούσαν, όπως οι βικτωριανοί, υποδεέστερη.

Σήμερα, η μεταμοντέρνα μουσική, όπως και η μεταμοντέρνα φιλοσοφία, αναρωτιέται αν αυτή η ιεραρχία του “υψηλού” και του “μη υψηλού” στον πολιτισμό είναι ορθή ή απλά οικειοποιήσιμη, θέμα σφετερισμού.

 

Μεταμοντέρνα μουσική



Η μεταμοντέρνα μουσική έχει αλλάξει την βασική ιδέα ορισμού της μουσικής. Η ιδέα “η μουσική για τη μουσική” ολοένα και περιχαρακώνεται. Σημείο αναφοράς δεν είναι πιά η τεχνική αλλά η ουσία, το υλικό της μουσικής. Τα μουσικά έργα έχουν σημείο αναφοράς άλλα μουσικά έργα, όχι απλά επειδή μπορούν, αλλά επειδή πρέπει. Αυτό είναι ένα μέρος της διαφοροποίησης από τον μοντερνισμό, ο οποίος θεωρούσε ως βασικό αντικείμενο της τέχνης την καθαρότητα των στοιχείων της τεχνικής.

Η μετανεωτερικότητα θεωρεί ως βασικά, τα χειροποίητα αντικείμενα, την καθημερινή ζωή, τα ΜΜΕ.
Η μεταμοντέρνα τέχνη παίζει το ρόλο της μέσα στην καταναλωτική κοινωνία και τα προϊόντα της, ενώ ο μοντερνισμός προσπαθούσε να εκφράσει τα συναισθήματά του για την “αλήθεια” του σύμπαντος στην πιο στοιχειώδη μορφή του.

Η δυνατότητα ηχογράφησης και μίξης -και αργότερα η δυνατότητα για sampling- τρέφεται από αυτή την ιδέα. Βασικοί ήχοι, extracts από άλλες ηχογραφήσεις, θόρυβοι, ομιλίες, “σαμπλαρισμένοι” ήχοι, γίνονται κυρίαρχα στοιχεία.
Πρωτοπόρους μπορούμε να συναντήσουμε τόσο στον κόσμο της “κλασικής” μουσικής –για παράδειγμα ο John Cage (οι όπερες “Europeras”) ή ο Olivier Messiaen (οι συνθέσεις του με “τραγούδια πουλιών”) - όσο και από την “άλλη” πλευρά: “Abbey Road” των Beatles, “Meddle” των Pink Floyd και το dub στυλ μουσικής του Lee “Scratch” Perry.


Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στη δεκαετία του 1960, διάφορα στυλ μουσικής, με επιρροές από την ποπ και τη μεταμοντέρνα κατάσταση άρχισαν να σχηματίζονται, ενώ παράλληλα, διάφορα υπάρχοντα στυλ άρχισαν να οικειοποιούνται μεταμοντέρνα στοιχεία.

Η τζαζ, το rhythm’ n’ blues και το πρώιμο rock’ n’ roll (το οποίο θεωρείται από τον Henry Sullivan ως ρέκβιεμ για τη μοντέρνα εποχή), άρχισαν να διαμορφώνονται όχι μόνο από τη νέα τεχνολογία αλλά από έναν βασικά διαφορετικό τρόπο παραγωγής ηχογραφήσεων.
Αντί να προσπαθήσουν να αποδώσουν ένα στρογγυλεμένο τρισδιάστατο ήχο που να προσπαθεί με τη σειρά του να αποδώσει την εμπειρία μιας συναυλίας, οι ηχογραφήσεις σταθερά “φέρνουν μπροστά” τα φωνητικά, κατασκευάζοντας με τους υπόλοιπους ήχους έναν και μοναδικό “τοίχο” πίσω από το βασικό κανάλι (main track).
Γύρω στα μισά της δεκαετίας του 60, αυτός ο “τοίχος ήχου” (sound wall), αποτελούσε πλέον “σταθερά” για τους περισσότερους εμπορικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η πλήρης ενσωμάτωση τεχνικών studio μίξης, ηλεκτρονικών και πολυκάναλης διάστρωσης θα οδηγούσε στην εγκαθίδρυση και την κυριαρχία του ροκ.

Η ποπ μουσική, ως ιδιαίτερο υπο-είδος, θα αποφύγει τον “βρώμικο” overdrive ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας για χάρη του synthesizer, ακουστικών οργάνων και περισσότερο “καθυποταγμένων” ή αν θέλετε “ξενέρωτων” rhythm sections.

Παράλληλα, η χορευτική μουσική και ειδικά, στις πόλεις, οι disc jockeys στα πάρτυ, δημιουργούσαν έναν διαφορετικό δρόμο μέσα στη μετανεωτερικότητα της μουσικής. Η δική τους προσέγγιση ήταν να βάζουν δίσκους σε πικάπ, να ελέγχουν με το χέρι τους την ταχύτητά τους και χρησιμοποιώντας την κονσόλα μίξης σαν μουσικό όργανο να προσθέτουν reverb ή άλλα εφφέ. Ταυτόχρονα, μιλούσαν στο μικρόφωνο, χρησιμοποιώντας τα χορευτικά κομμάτια σαν φόντο για τον δικό τους λόγο, πράγμα που θα οδηγούσε, φυσικά, στην rap μουσική και στο hip hop.

Στον “κλασικό” κόσμο, στοιχεία του ύστερου μοντερνισμού θα γίνουν ο σκελετός για τα μετέπειτα μεταμοντέρνα στυλ. Αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, το μοντερνιστικό εγχείρημα της ατονικότητας άρχισε από τον Arnold Schoenberg, και οδηγήθηκε στη λογική του κατάληξη, τον απόλυτο σειραϊσμό του Pierre Boulez και του Karlheinz Stockhausen. Αντιδρώντας στη δημιουργία μουσικής με βάση μαθηματικά αξιώματα, συνθέτες όπως ο Boulez, ο Stockhausen, ο Cage, εισάγουν το στοιχείο του τυχαίου στη μουσική, δημιουργώντας τον αλεατορισμό ο οποίος άρχισε να κλονίζει βασικές έννοιες, όπως η διάκριση συνθέτη-ακροατηρίου, εκτελεστών-περιβάλλοντος, τάσεις καθαρά μεταμοντέρνες.

Ταυτόχρονα, μοντερνιστές συνθέτες όπως ο Varese, πειραματίζονται με ηλεκτρονικά όργανα, synthesizers και λούπες (βρόγχους) μαγνητοταινίας –αυτό που σήμερα λέμε sampling. Όλα αυτά γινόντουσαν γύρω στο 1960. Υπήρξε επίσης ενδιαφέρον για μουσικές “μη-δυτικές”. Ο Gyorgy Ligeti χρησιμοποιεί στοιχεία από τραγούδια των Πυγμαίων, ενώ ο Messiaen πειραματίζεται με ανατολικές μουσικές τεχνοτροπίες.

Για την “κλασική” μουσική, ως πρώτο μεταμοντέρνο στυλ, θεωρείται ο μινιμαλισμός: ήταν μέρος της αντίδρασης στην απρόσιτη μουσική των μοντέρνων συνθετών. Από τους πρώτους μινιμαλιστές συνθέτες, ο La Monte Young, μαθητής του Schoenberg, ενσωματώνει σειραϊκές επιρροές στα μίνιμαλ έργα του. Ο Terry Riley, επηρεάζεται από τις συνεχείς επαναλήψεις μοτίβων στην ινδική και τη ροκ μουσική.

Ο μινιμαλισμός και οι σχετικές με αυτόν τάσεις στη μεταμοντέρνα μουσική δημιούργησαν το υπόβαθρο για την επανένωση λαϊκής και «σοβαρής» μουσικής.

Γύρω στο 1970, avant garde ροκ και ποπ μουσικοί, όπως οι Suicide ή οι Throbbing Gristle, στρέφονται προς τις ηλεκτρονικές ενορχηστρώσεις, τη χρήση ανατολικών ρυθμών ή οργάνων (με πρότυπα τους Beatles που χρησιμοποίησαν sitar) και την επαναλαμβανόμενη μουσική, με εμμονή που θυμίζει τον βόμβο των μπάσων μιας πίπιζας, παρόμοια σε στυλ με τον μινιμαλισμό. Τέτοια ήταν η μουσική των Velvet Underground ή των Kraftwerk.
Οι λούπες της μαγνητοταινίας προεικονίζουν το sampling (στην techno και την house μουσική) και το scratching (στο hip-hop).
Επιπρόσθετα, η «ειρωνική» cut and paste προσέγγιση στα ύστερα έργα του Stockhausen -τα οποία συνδυάζουν στοιχεία «υψηλής» και «χαμηλού επιπέδου» τέχνης- υπήρξε βασική επιρροή αρκετών ποπ και ροκ συνθετών, όπως ο Frank Zappa ή οι Residents.

Η μεταμοντέρνα τζαζ υπήρξε επίσης βασική επιρροή για τη σύγχρονη ποπ και ροκ μουσική. Δυο ήταν οι βασικές πηγές: η ανανέωση που έφερε ο Charlie Parker και –ακόμα μια φορά- ο Schoenberg, όχι τόσο με τον σειραϊσμό του όσο με την ατονάλ μουσική του -πριν από τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο- όπου κάθε μορφή τονικότητας εγκαταλείπεται. Η μίξη των δύο αυτών παραδόσεων οδήγησε στη διαμόρφωση της free jazz -τη δεκαετία του 1950, από τον Ornette Coleman- που υπήρξε κύρια πηγή έμπνευσης για μουσικούς του ’60 και του ’70 όπως ο John Coltrane, ο Albert Ayler ή ο Sun Ra. Η free jazz άσκησε την επιρροή της σε ροκ μουσικούς όπως ο Captain Beefheart και (με εντελώς διαφορετικό τρόπο) ο Lou Reed –ο οποίος αργότερα θα συνεργασθεί με τον Don Cherry, παλιό συνεργάτη του Coleman- ή οι Stooges του Iggy Pop. Με τη σειρά τους αυτοί οι καλλιτέχνες θα επηρεάσουν τη γενιά του πανκ, το ’70 και το ’80.

Αργότερα, ο Miles Davis θα ξεπληρώσει το δάνειο, ενσωματώνοντας στη μουσική του στοιχεία funk και rock, ειδικά στο άλμπουμ Bitch’s Brew. Με τη σειρά του θα ασκήσει τεράστια επιρροή στη σύγχρονη ροκ και τζαζ.

Ως μουσική κατάσταση, λοιπόν, μεταμοντέρνα μουσική είναι η μουσική μετά την μοντέρνα περίοδο, η μουσική δηλαδή της σημερινής εποχής. Μουσική, η οποία αξιολογείται κυρίως ως εμπορεύσιμο αγαθό ή ως πολιτιστικό προϊόν (και όχι ως μορφή η οποία –όπως την είχαν εξιδανικεύσει οι μοντερνιστές συνθέτες- λειτουργεί για τον εαυτό της).
Έχοντας την άνεση να είναι εμπορεύσιμη από τις δισκογραφικές εταιρίες και να πλασάρεται από τους σταρ- έχει σαν βάση όχι την ίδια την μουσική αλλά την πολιτιστική εικόνα που περιβάλλει την μουσική. Εικόνα που αντηχεί μέσα από ταινίες, τηλεόραση, ΜΜΕ.

 

Κάποιοι θεωρούν ότι μεταμοντέρνο είναι το παρηκμασμένο μοντέρνο. Για τον Adorno, οι μουσικές τάσεις μετά τον σειραϊσμό, δεν είναι παρά μοντερνισμός του σωρού, «μπανάλ».
Για άλλους, ο μεταμοντερνισμός είναι η κατηγορηματική αντίδραση στην ανάδυση μιας κοινωνίας μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης. Συνδέεται με την ανάγκη δημιουργίας συνεκτικότητας και αισθητικών αξιών από τα μορφώματα και τα τεχνουργήματα αυτής της κοινωνίας.


Επιστροφή στην κορυφή