Καντίνσκι, Σύνθεση VIII

 

Το 1896, ο τριαντάχρονος Βασίλι Καντίνσκι θα πάρει την οριστική απόφαση να φύγει από τη Μόσχα.
Θα εγκαταλείψει την ακαδημαϊκή του καριέρα -είχε σπουδάσει νομικά και οικονομικά, ενώ του είχε προταθεί και μια θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας- και θα εγκατασταθεί στο Μόναχο για να σπουδάσει ζωγραφική.

Δυο περιστατικά θα τον οδηγήσουν σε αυτή του την απόφαση: η έκθεση των Γάλλων ιμπρεσιονιστών στη Μόσχα και το “ανέβασμα” του Λόενγκριν του Βάγκνερ στο Βασιλικό Θέατρο.

Η εντελώς ‘νέα’ ενορχήστρωση του Λόενγκριν, θα αποκαλύψει στον Καντίνσκι τις δυνατότητες μιας συναισθητικής εμπειρίας.

Η σχέση ανάμεσα στα χρώματα και τους ήχους, η μυστική συνήχηση εικαστικής και μουσικής εμπειρίας, έμελλε να είναι το θεμέλιο της τέχνης του, που θα συνδύαζε το ορθολογικό με το μυστικιστικό στοιχείο:
«Τα βιολιά, οι χαμηλές νότες του βαθύφωνου και κυρίως τα πνευστά ενσάρκωναν συμπυκνωμένη την ώρα του δειλινού, για μένα τότε.
Είδα όλα τα χρώματα που είχα στο νου μου.
Άγριες, σχεδόν παράφορες γραμμές διαγράφονταν μπρος μου.
Δεν τόλμησα να χρησιμοποιήσω την έκφραση ότι ο Βάγκνερ είχε ζωγραφίσει μουσικά την “ώρα μου”.
Αλλά συνειδητοποίησα πως η τέχνη είναι γενικά πιο δυνατή απ' ό,τι νόμιζα και ακόμα πως η ζωγραφική μπορεί να αποκτήσει τόση δύναμη όση και η μουσική
…»[1]

 

 

 

 

Το 1909, ο Καντίνσκι αρχίζει να κατατάσσει τα έργα του σε τρεις βασικές ομάδες: Εντυπώσεις, Αυτοσχεδιασμούς και Συνθέσεις.

Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει έργα στα οποία υπάρχουν ακόμα στοιχεία νατουραλιστικής αναπαράστασης.

Οι υπόλοιπες δύο, που οι τίτλοι τους παραπέμπουν στη μουσική, μας δείχνουν την -επιτακτική για τον Καντίνσκι- ανάγκη να μιμηθεί η ζωγραφική τη μουσική: μόνο τότε θα απελευθερωθεί από τη παραστατικότητα και θα διευρύνει τις εκφραστικές δυνατότητες της εικαστικής γλώσσας.

Ο Καντίνσκι θαύμαζε καλλιτέχνες -όπως τον Maeterlink, τον Wagner, τον Musorgskij, τον Debussy, τον Skrjabin- που με το έργο τους εισηγήθηκαν μια ‘νέα’ αντιληπτικότητα, εκθέτοντας τις δημιουργικές δυνατότητες και δυναμικές των καθαρών καλλιτεχνικών μέσων:
Καθαρός ήχος: μουσικές μορφές δίχως τη διάθεση να περιγράψουν.
Καθαρός ήχος: λέξεις δίχως τη διάθεση να δηλώσουν κάτι.
Καθαρός ήχος: εικαστικές μορφές δίχως διάθεση να απεικονίσουν.

Είναι επίσης γνωστή η συγγένεια των θεωρητικών απόψεων του Καντίνσκι με εκείνες του Schonberg.
Κοινός συντελεστής η γοητεία που τους ασκούσε ο Βάγκνερ και οι ιδέες του περί συνολικού έργου τέχνης (Gesamtkunstwerk), όπου εγκαταλείπει κανείς “τα όρια των επιμέρους τεχνών στο όνομα του απείρου που τις διαπερνά όλες”.[2]

Στο βιβλίο του Για το πνευματικό στην τέχνη - επηρεασμένο από τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία των Καντ, Φίχτε, Σέλινγκ και από τη διάχυτη στους καλλιτεχνικούς κύκλους αντίθεση στον θετικισμό- θεωρεί δεδομένη μια εσωτερική σχέση μεταξύ μουσικής και ζωγραφικής.

Καντίνσκι, Αυτοσχεδιασμός 35


Η μουσική δεν είναι υποχρεωμένη να περιγράφει την εξωτερική πραγματικότητα και, όπως το μουσικό έργο βασίζεται στον ρυθμό και το τονικό ύψος των ήχων, έτσι και η ζωγραφική θα έπρεπε να περιοριστεί στα απόλυτα αληθινά της στοιχεία: το σχέδιο και το χρώμα.

 

Για τον Καντίνσκι, σχέδιο και χρώμα είναι η μόνη πραγματικότητα που γνωρίζει η ζωγραφική.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που χαρακτήριζε τη δουλειά του “μεγάλο ρεαλισμό”.

Ο Καντίνσκι έβλεπε τα χρώματα και τις φόρμες του σαν “ήχους” και “δονήσεις”.
Μιλούσε για “μελωδικές”, απλές δηλαδή, μορφές και για “συμφωνίες”, δηλαδή σύνθετες.
Συμμεριζόταν την ιδέα του Γκαίτε, πως η Τέχνη θα πρέπει να έχει κι αυτή το δικό της basso continuo.
Πολλοί θα προσπαθήσουν, με τρόπο επιφανειακό, να ερμηνεύσουν τη ζωγραφική του ως εικαστική εκδοχή μουσικών κανόνων, όμως η νεότερη έρευνα θα επιχειρήσει να καταγράψει τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους ο Καντίνσκι επεξεργάζεται, καλλιτεχνικά και θεωρητικά, την ουσιαστική αλληλεπίδραση και συλλειτουργία οπτικών και ηχητικών διεργασιών.[3]

Η Τέχνη του, δεν είναι άσκοπη δημιουργία αλλά απόπειρα ευαισθητοποίησης, ανάπτυξης της ανθρώπινης ψυχής, "έκφραση πνευματικής ενόρασης".[4]

«Ωραίο είναι εκείνο που πηγάζει από μια εσωτερική αναγκαιότητα.
Ωραίο είναι εκείνο που είναι εσωτερικά ωραίο
».[5]


 

 

[1] Kandinsky W., Ανασκοπήσεις
[2] Adorno Th. W., Μουσικό Δράμα, μτφρ. Αναγνώστου Λ., περιοδικό Τα Μουσικά, τεύχος 2, Χειμώνας 1996-97 (εκδ. Εξάντας)
[3] Αλεξάκη Ε., Ο Καντίνσκι και η μουσική, άρθρο στην Καθημερινή (27/2/05)
[4] Στεφανίδης Μ., Μια ιστορία της ζωγραφικής, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1994
[5] Kandinsky W., Για το πνευματικό στην Τέχνη

Ενδεικτική βιβλιογραφία, στα ελληνικά:

Kandinsky W., Για το πνευματικό στην Τέχνη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1981
Kandinsky W., Αναδρομή 1901-1913 , εκδ. Διάττων, Αθήνα 1988
Kandinsky W., Σημείο - Γραμμή - Επίπεδο. Συμβολή στην ανάλυση των ζωγραφικών στοιχείων, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1996
Kandinsky W., Τέχνη και καλλιτέχνες , εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1986
Duechting H., Βασίλι Καντίνσκι 1866-1944, εκδ. Γνώση, Αθήνα 2005

Επιστροφή στην κορυφή